battered
ba
ˈbæ
ttered
təd
tēd
tatteredshattered

Ορισμός και σημασία του "battered"στα αγγλικά

01

φθαρμένος, κατεστραμμένος

worn out or damaged due to age or frequent use 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most battered
συγκριτικός βαθμός
more battered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The old, battered suitcase had traveled with him across countless countries. 

Η παλιά, φθαρμένη βαλίτσα είχε ταξιδέψει μαζί του σε αμέτρητες χώρες.

02

συναισθηματικά εξαντλημένος, ψυχολογικά κουρασμένος

emotionally or psychologically worn down by repeated hardship, setbacks, or defeat 
Παραδείγματα
The team was battered by a series of tough losses. 

Η ομάδα καταπονήθηκε από μια σειρά σκληρών απωλειών.

03

κακοποιημένος, χτυπημένος

subjected to ongoing physical abuse, often in the context of domestic violence 
Παραδείγματα
The shelter provides support for battered women. 

Το καταφύγιο παρέχει υποστήριξη σε κακοποιημένες γυναίκες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store