Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
battered
01
φθαρμένος, κατεστραμμένος
worn out or damaged due to age or frequent use
Παραδείγματα
The library donated a collection of battered books that had seen better days.
Η βιβλιοθήκη δώρισε μια συλλογή από φθαρμένα βιβλία που είχαν δει καλύτερες μέρες.
02
συναισθηματικά εξαντλημένος, ψυχολογικά κουρασμένος
emotionally or psychologically worn down by repeated hardship, setbacks, or defeat
Παραδείγματα
She was emotionally battered by constant rejection.
Είχε συναισθηματικά τραυματιστεί από τη συνεχή απόρριψη.
03
κακοποιημένος, χτυπημένος
subjected to ongoing physical abuse, often in the context of domestic violence
Παραδείγματα
He counsels survivors of battered relationships.
Συμβουλεύει τους επιζώντες από κακοποιημένες σχέσεις.
Λεξικό Δέντρο
battered
batter



























