beat-up
Pronunciation
/bˈiːtˈʌp/

Ορισμός και σημασία του "beat-up"στα αγγλικά

01

τσακισμένος, φθαρμένος

heavily worn out, damaged, or in a state of disrepair due to excessive use or neglect
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most beat-up
συγκριτικός βαθμός
more beat-up
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The beat-up suitcase barely held together after being dragged through countless airports.
Η τσαλακωμένη βαλίτσα κρατιόταν μετά βίας αφού είχε τραβηχτεί σε αμέτρητα αεροδρόμια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store