Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beat-up
01
τσακισμένος, φθαρμένος
heavily worn out, damaged, or in a state of disrepair due to excessive use or neglect
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most beat-up
συγκριτικός βαθμός
more beat-up
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The beat-up suitcase barely held together after being dragged through countless airports.
Η τσαλακωμένη βαλίτσα κρατιόταν μετά βίας αφού είχε τραβηχτεί σε αμέτρητα αεροδρόμια.



























