Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
melden
01
αναφέρω, καταγγέλλω
Informationen weitergeben oder etwas anzeigen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
melde
γ΄ ενικό πρόσωπο
meldet
ενεστώτα μετοχή
meldend
απλός αόριστος
meldete
παθητική μετοχή
gemeldet
Παραδείγματα
Sie hat den Vorfall ihrem Chef gemeldet.
Αυτή ανέφερε το περιστατικό στον προϊστάμενό της.
02
επικοινωνώ, κάνω τον εαυτό μου γνωστό
Kontakt aufnehmen oder sich bemerkbar machen
Παραδείγματα
Sie meldete sich per E-Mail.
Αυτή ανακοίνωσε μέσω email.
03
απαντώ, αντιδρώ
Auf einen Anruf oder eine Nachricht reagieren
Παραδείγματα
Ich habe angerufen, aber keiner hat sich gemeldet.
Τηλεφώνησα, αλλά κανείς δεν απάντησε.
04
εγγράφω, καταχωρώ
Sich offiziell einschreiben oder registrieren
Παραδείγματα
Hast du dich schon gemeldet?
Έχεις ήδη εγγραφεί;
05
προσφέρομαι εθελοντικά
Sich freiwillig für etwas zur Verfügung stellen
Παραδείγματα
Ich melde mich, wenn niemand will.
Εγώ προσφέρομαι αν κανείς δεν θέλει.



























