Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Meißel
01
σμίλη, σμίλη γλυπτικής
Ein Werkzeug mit scharfer Schneide zum Bearbeiten von hartem Material durch Schlagen oder Drücken
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Meißels
πληθυντικός τύπος
Meißel
Παραδείγματα
Der Bildhauer schlug mit dem Meißel auf den Marmor.
Ο γλύπτης χτύπησε το μάρμαρο με ένα σμίλι.



























