Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
meistern
[past form: meisterte]
01
κατακτώ, ξεπερά
Eine schwierige Aufgabe, Situation oder Fähigkeit erfolgreich bewältigen
Παραδείγματα
Kinder müssen Alltagskonflikte meistern lernen.
Τα παιδιά πρέπει να μάθουν να κατακτούν τις καθημερινές συγκρούσεις.


























