melken
melken
mɛlkng
melkng
merkenmelden

Ορισμός και σημασία του "melken"στα γερμανικά

melken
01

αρμέγω, εξάγω γάλα

Milch von Tieren gewinnen 
melken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
melke
γ΄ ενικό πρόσωπο
melkt
ενεστώτα μετοχή
melkend
απλός αόριστος
melkte
παθητική μετοχή
gemolken
Παραδείγματα
Die Bäuerin melkt jeden Morgen die Kühe. 

Η αγρότισσα αρμέγει τις αγελάδες κάθε πρωί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store