Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
melken
01
αρμέγω, εξάγω γάλα
Milch von Tieren gewinnen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
melke
γ΄ ενικό πρόσωπο
melkt
ενεστώτα μετοχή
melkend
απλός αόριστος
melkte
παθητική μετοχή
gemolken
Παραδείγματα
Die Bäuerin melkt jeden Morgen die Kühe.
Η αγρότισσα αρμέγει τις αγελάδες κάθε πρωί.



























