Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vouloir
01
θέλω, επιθυμώ
exprimer un désir ou une envie de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
veux
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
voulons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
voudrai
ενεστώτα μετοχή
voulant
παθητική μετοχή
voulu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
voulions
Παραδείγματα
Je veux un café.
Θέλω έναν καφέ.
02
θέλω, επιθυμώ
désirer ou avoir l'intention de faire quelque chose
Παραδείγματα
Je veux apprendre le français.
Εγώ θέλω να μάθω γαλλικά.
03
θέλω
éprouver de l'affection ou un désir envers quelqu'un ou quelque chose
Παραδείγματα
Je veux passer du temps avec toi.
Θέλω να περάσω χρόνο μαζί σου.
04
εγκρίνω, αποδέχομαι
accepter ou approuver quelque chose, manifester son accord
Παραδείγματα
Le directeur veut ce projet.
Ο διευθυντής θέλει αυτό το έργο.
05
διεκδικώ να είμαι, αξιώνω να είμαι
prétendre être ou agir d'une certaine manière, revendiquer une qualité ou un statut
Παραδείγματα
Ce roman se veut un chef-d'œuvre.
Αυτό το μυθιστόρημα θέλει να είναι ένα αριστούργημα.
Le vouloir
01
θέληση, επιθυμία
le désir ou la volonté de quelqu'un, ce qu'une personne souhaite
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Son vouloir était de réussir dans la vie.
Η θέλησή του ήταν να πετύχει στη ζωή.



























