Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vouloir
01
θέλω, επιθυμώ
exprimer un désir ou une envie de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
veux
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
voulons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
voudrai
ενεστώτα μετοχή
voulant
παθητική μετοχή
voulu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
voulions
Παραδείγματα
Ils veulent acheter une maison.
Αυτοί θέλουν να αγοράσουν ένα σπίτι.
02
θέλω, επιθυμώ
désirer ou avoir l'intention de faire quelque chose
Παραδείγματα
Mon frère veut voyager en Italie.
Ο αδερφός μου θέλει να ταξιδέψει στην Ιταλία.
03
θέλω
éprouver de l'affection ou un désir envers quelqu'un ou quelque chose
Παραδείγματα
Les enfants veulent leurs jouets préférés.
Τα παιδιά θέλουν τα αγαπημένα τους παιχνίδια.
04
εγκρίνω, αποδέχομαι
accepter ou approuver quelque chose, manifester son accord
Παραδείγματα
Nous voulons ce choix pour l' entreprise.
Θέλουμε αυτή την επιλογή για την εταιρεία.
05
διεκδικώ να είμαι, αξιώνω να είμαι
prétendre être ou agir d'une certaine manière, revendiquer une qualité ou un statut
Παραδείγματα
L' artiste se veut engagé dans sa création.
Ο καλλιτέχνης θέλει να είναι αφοσιωμένος στη δημιουργία του.
Le vouloir
01
θέληση, επιθυμία
le désir ou la volonté de quelqu'un, ce qu'une personne souhaite
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le vouloir des habitants a été pris en compte.
Η βούληση των κατοίκων λήφθηκε υπόψη.



























