Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
voter
01
ψηφίζω
donner son avis en choisissant une option lors d'un vote
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
vote
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
votons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
voterai
ενεστώτα μετοχή
votant
παθητική μετοχή
voté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
votions
Παραδείγματα
As - tu déjà voté cette année ?
Έχεις ήδη ψηφίσει φέτος;



























