vomir
Pronunciation
/vɔmiʀ/

Ορισμός και σημασία του "vomir"στα γαλλικά

01

κάνω εμετό, ξερνώ

rejeter par la bouche le contenu de l'estomac
vomir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
vomis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
vomissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
vomirai
ενεστώτα μετοχή
vomissant
παθητική μετοχή
vomi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
vomissions
Παραδείγματα
Il a vomi sur le trottoir.
Έξερσε στο πεζοδρόμιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store