Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le volume
01
τόμος, όγκος
unité matérielle constituant une partie d'un ouvrage ou une publication distincte
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
volumes
Παραδείγματα
L'encyclopédie compte vingt volumes reliés.
Η εγκυκλοπαίδεια αποτελείται από είκοσι βιβλιοδετημένοι τόμοι.
02
ποσότητα, όγκος
quantité ou taille d'un objet ou d'une substance
Παραδείγματα
Le volume de lait dans la recette doit être précis.
Ο όγκος του γάλακτος στη συνταγή πρέπει να είναι ακριβής.
03
ένταση, ένταση ήχου
intensité sonore d'un appareil audio
Παραδείγματα
Baisse le volume, c'est trop fort !
Χαμήλωσε την ένταση, είναι πολύ δυνατά!



























