vomir
vo
vaw
mir
miʁ
mir

Ορισμός και σημασία του "vomir"στα γαλλικά

01

κάνω εμετό, ξερνώ

rejeter par la bouche le contenu de l'estomac 
vomir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
vomis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
vomissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
vomirai
ενεστώτα μετοχή
vomissant
παθητική μετοχή
vomi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
vomissions
Παραδείγματα
Il a dû vomir après avoir mangé des fruits avariés. 

Έπρεπε να κάνει εμετό αφού έφαγε σάπια φρούτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store