voter
vo
vaw
ter
te
te
vouervolervoûtervotre

Ορισμός και σημασία του "voter"στα γαλλικά

01

ψηφίζω

donner son avis en choisissant une option lors d'un vote 
voter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
vote
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
votons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
voterai
ενεστώτα μετοχή
votant
παθητική μετοχή
voté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
votions
Παραδείγματα
Je vais voter demain matin. 

Πάω να ψηφίσω αύριο το πρωί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store