Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
croiser
01
διασταυρώνω, συναντώ
passer à travers ou rencontrer quelque chose, se trouver en intersection avec quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
croise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
croisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
croiserai
ενεστώτα μετοχή
croisant
παθητική μετοχή
croisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
croisions
Παραδείγματα
La route croise la rivière ici.
Ο δρόμος διασχίζει το ποτάμι εδώ.
02
συναντώ, συμβαίνω να συναντήσω
rencontrer quelqu'un par hasard ou voir quelqu'un en passant
Παραδείγματα
J'ai croisé mon ami dans la rue ce matin.
Συνάντησα τον φίλο μου στο δρόμο σήμερα το πρωί.
03
διασταυρώνω, πλέκω
placer des éléments de manière entrelacée ou en croix
Παραδείγματα
Elle croise les jambes en s'asseyant.
Διασταυρώνει τα πόδια καθώς κάθεται.
04
διασταυρώνω, υβριδοποιώ
faire se reproduire deux animaux pour obtenir un hybride ou un descendant spécifique
Παραδείγματα
L'éleveur croise des chevaux pour améliorer la race.
Ο εκτροφέας διασταυρώνει άλογα για να βελτιώσει τη φυλή.
05
επικαλύπτω, διασταυρώνω
superposer ou faire se chevaucher des parties de tissu, notamment dans les vêtements
Παραδείγματα
Elle croise les bras devant sa poitrine.
Διασταυρώνει τα χέρια μπροστά στο στήθος της.
06
συναντιέμαι, συμπίπτω
se rencontrer ou se voir par hasard, se croiser sur le chemin
Παραδείγματα
Nous nous sommes croisés dans la rue ce matin.
Συναντηθήκαμε στο δρόμο σήμερα το πρωί.



























