croisé
croisé
kʁwaze
krvaze
bâclerfrimermigrerpalier

Ορισμός και σημασία του "croisé"στα γαλλικά

01

διασταυρωμένος, σταυρωτός

disposé en forme de X ou qui se traverse mutuellement 
croisé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
croisé
αρσενικό πληθυντικό
croisés
θηλυκό ενικό
croisée
θηλυκό πληθυντικό
croisées
Παραδείγματα
Elle porte une écharpe croisée sur la poitrine. 

Φοράει ένα κασκόλ διασταυρούμενο στο στήθος.

01

σταυροφόρος, σταυροφόρος

combattant des expéditions militaires chrétiennes en Orient (XIe-XIIIe siècles) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
croisés
Παραδείγματα
Les croisés ont pris Jérusalem en 1099. 

Οι Σταυροφόροι κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ το 1099.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store