croisé
Pronunciation
/kʁwazˈe/

Ορισμός και σημασία του "croisé"στα γαλλικά

01

διασταυρωμένος, σταυρωτός

disposé en forme de X ou qui se traverse mutuellement
croisé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
croisé
αρσενικό πληθυντικό
croisés
θηλυκό ενικό
croisée
θηλυκό πληθυντικό
croisées
Παραδείγματα
Les fils croisés rendent le tissu plus résistant.
Οι διασταυρούμενοι νήματα κάνουν το ύφασμα πιο ανθεκτικό.
Le croisé
[gender: masculine]
01

σταυροφόρος, σταυροφόρος

combattant des expéditions militaires chrétiennes en Orient (XIe-XIIIe siècles)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
croisés
Παραδείγματα
La tombe d' un croisé fut découverte récemment.
Ο τάφος ενός σταυροφόρου ανακαλύφθηκε πρόσφατα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store