Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
croire
01
υποθέτω
penser quelque chose comme possible ou vrai sans preuve certaine
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
crois
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
croyons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
croirai
ενεστώτα μετοχή
croyant
παθητική μετοχή
cru
α΄ πληθυντικό παρατατικού
croyions
Παραδείγματα
Tu crois que ce sera facile ?
Πιστεύεις ότι θα είναι εύκολο;
02
πιστεύω, νομίζω
penser ou estimer que quelque chose est réel ou exact
Παραδείγματα
Tu crois ce que je dis ?
Πιστεύεις αυτά που λέω;
03
πιστεύω
avoir foi en quelque chose ou quelqu'un
Παραδείγματα
Ils croient en la paix dans le monde.
Πιστεύουν στην ειρήνη στον κόσμο.
04
θεωρεί τον εαυτό του
penser de soi-même d'une certaine manière, souvent sans raison vraie
Παραδείγματα
Je me crois capable de réussir ce défi.
Πιστεύω ότι είμαι ικανός να ανταπεξέλθω σε αυτήν την πρόκληση.



























