Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le croc
01
κυνόδοντας, δόντι αρπακτικού
dent pointue et longue d'un animal carnivore, utilisée pour saisir et déchirer la nourriture
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
crocs
Παραδείγματα
Le loup montre ses crocs.
Ο λύκος δείχνει τα κυνόδοντα του.
02
instrument en forme de crochet utilisé pour accrocher ou saisir quelque chose
Παραδείγματα
Il a suspendu son manteau à un croc.



























