Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
critiquer
01
κριτικάρω
exprimer son opinion sur quelqu'un ou quelque chose en mettant en évidence les points faibles ou les défauts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
critique
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
critiquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
critiquerai
ενεστώτα μετοχή
critiquant
παθητική μετοχή
critiqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
critiquions
Παραδείγματα
Le professeur a critiqué le travail des étudiants.
Ο καθηγητής κριτίκισε την εργασία των φοιτητών.



























