Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
croire
01
υποθέτω
penser quelque chose comme possible ou vrai sans preuve certaine
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
crois
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
croyons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
croirai
ενεστώτα μετοχή
croyant
παθητική μετοχή
cru
α΄ πληθυντικό παρατατικού
croyions
Παραδείγματα
Je crois qu'il est parti tôt.
Πιστεύω ότι έφυγε νωρίς.
02
πιστεύω, νομίζω
penser ou estimer que quelque chose est réel ou exact
Παραδείγματα
Je crois qu'il viendra demain.
Πιστεύω ότι θα έρθει αύριο.
03
πιστεύω
avoir foi en quelque chose ou quelqu'un
Παραδείγματα
Elle croit en la bonté des gens.
Αυτή πιστεύει στην καλοσύνη των ανθρώπων.
04
θεωρεί τον εαυτό του
penser de soi-même d'une certaine manière, souvent sans raison vraie
Παραδείγματα
Il se croit très intelligent.
Αυτός θεωρεί τον εαυτό του πολύ έξυπνο.



























