Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to anchor
01
αγκυροβολώ, ρίχνω άγκυρα
to moor a ship or boat to the bottom of the sea to stop it from moving away
Transitive: to anchor a ship or boat somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
anchor
γ΄ ενικό πρόσωπο
anchors
ενεστώτα μετοχή
anchoring
απλός αόριστος
anchored
παθητική μετοχή
anchored
Παραδείγματα
The fishing boat was anchored in a prime fishing spot, allowing the anglers to cast their lines and wait for the catch.
Το ψαροκάικο ήταν αγκυροβολημένο σε μια κύρια θέση ψαρέματος, επιτρέποντας στους ψαράδες να ρίξουν τις γραμμές τους και να περιμένουν το ψάρεμα.
02
αγκυροβολώ, σταθεροποιώ
to secure or fasten something firmly in place, often to prevent movement or ensure stability
Transitive: to anchor sb/sth | to anchor sth to sth | to anchor sth into sth
Παραδείγματα
The sculpture was anchored to its pedestal with bolts, preventing it from being easily moved or toppled.
Το γλυπτό ήταν αγκυροβολημένο στη βάση του με μπουλόνια, αποτρέποντας την εύκολη μετακίνηση ή ανατροπή του.
Παραδείγματα
She anchored a successful documentary series in the early 1980s, gaining widespread recognition.
Παρουσίασε μια επιτυχημένη σειρά ντοκιμαντέρ στις αρχές της δεκαετίας του 1980, κερδίζοντας ευρεία αναγνώριση.
Anchor
01
παρουσιαστής, εκφωνητής
someone who introduces news on a live TV or radio program by other broadcasters
Παραδείγματα
After decades in the industry, he retired as one of the most respected anchors in broadcast journalism.
Μετά από δεκαετίες στη βιομηχανία, αποσύρθηκε ως ένας από τους πιο σεβαστούς παρουσιαστές στη δημοσιογραφία της τηλεόρασης.
02
άγκυρα, αγκίστρι
a heavy object, usually made of metal, designed to secure a vessel or structure firmly to the bottom of a body of water to prevent drifting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
anchors
Παραδείγματα
The harbor master inspected the anchor before granting clearance for the ship to dock.
Ο λιμενάρχης επιθεώρησε την άγκυρα πριν εκδώσει άδεια για την αγκυροβόληση του πλοίου.
03
στήριγμα, άγκυρα
a source of stability, support, or central influence in a system, organization, or situation
Παραδείγματα
The veteran journalist was the anchor of the evening news.
Ο βετεράνος δημοσιογράφος ήταν η άγκυρα των βραδινών ειδήσεων.



























