Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to boil
01
βράζω, μαγειρεύω
to cook food in very hot water
Transitive: to boil food
Παραδείγματα
I boil eggs for breakfast every morning.
Βράζω αυγά για πρωινό κάθε πρωί.
1.1
βράζω, μαγειρεύω σε βραστό νερό
(of food) to be cooked in very hot water
Intransitive
Παραδείγματα
The pasta boils rapidly in the pot of water.
Τα ζυμαρικά βράζουν γρήγορα στην κατσαρόλα με νερό.
02
βράζω, φέρνω σε βρασμό
to expose a container to heat until its content reaches its boiling point
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
boil
γ΄ ενικό πρόσωπο
boils
ενεστώτα μετοχή
boiling
απλός αόριστος
boiled
παθητική μετοχή
boiled
Παραδείγματα
She placed a pot of water on the stove and waited for it to boil before adding the pasta.
Έβαλε μια κατσαρόλα με νερό στη σόμπα και περίμενε να βράσει πριν προσθέσει τα μακαρόνια.
2.1
βράζω, ζεσταίνομαι μέχρι βρασμού
(of liquids) to become very hot and turn into steam
Intransitive
Παραδείγματα
Water boils at 100 degrees Celsius.
Το νερό βράζει στους 100 βαθμούς Κελσίου.
03
βράζω, είμαι έξαλλος
to feel intensely angry, frustrated, or agitated, often to the point of losing control
Intransitive
Παραδείγματα
She tried to remain calm, but her anger started to boil as she listened to his lies.
Προσπάθησε να παραμείνει ήρεμη, αλλά ο θυμός της άρχισε να βράζει καθώς άκουγε τα ψέματά του.
04
βράζω, ζεσταίνομαι
to be in a state of turbulence and agitation
Intransitive
Παραδείγματα
As the hurricane approached, the sea began to boil with towering waves crashing against the shore.
Καθώς ο τυφώνας πλησίαζε, η θάλασσα άρχισε να βράζει με τεράστια κύματα να σπάνε στην ακτή.
Boil
01
σημείο βρασμού, θερμοκρασία βρασμού
the temperature at which a liquid boils at sea level
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
boils
02
φούντουλα, απόστημα
a painful sore with a hard core filled with pus
Λεξικό Δέντρο
boiled
boiler
boiling
boil



























