Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to swipe
01
χτυπώ με μια σαρωτική κίνηση, δίνω ένα χτύπημα με σαρωτική κίνηση
to hit or strike something with a sweeping motion
Intransitive: to swipe at sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
swipe
γ΄ ενικό πρόσωπο
swipes
ενεστώτα μετοχή
swiping
απλός αόριστος
swiped
παθητική μετοχή
swiped
Παραδείγματα
The cat swiped at the dangling toy with its paw.
Η γάτα χτύπησε το κρεμαστό παιχνίδι με το πόδι της.
Παραδείγματα
The thief swiped my wallet from my bag while I wasn’t looking.
Ο κλέφτης έκλεψε το πορτοφόλι μου από την τσάντα μου ενώ δεν κοιτούσα.
03
σαρώνω, τραβώ
to move a finger or hand across a touchscreen, trackpad, or other touch-sensitive surface in order to perform an action or navigate a digital interface
Intransitive: to swipe to a direction
Παραδείγματα
To unlock the phone, simply swipe right on the screen.
Για να ξεκλειδώσετε το τηλέφωνο, απλώς σαρώστε προς τα δεξιά στην οθόνη.
04
τραβώ, περνώ
to pass a card or object through a machine or device that reads the information encoded on it, usually by sliding it through a slot
Transitive: to swipe a card
Παραδείγματα
She swiped her credit card to pay for the meal.
Πέρασε την πιστωτική της κάρτα για να πληρώσει το γεύμα.
Swipe
01
χτύπημα, σκούπισμα
a sweeping stroke or blow
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
swipes



























