Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to swinge
01
ελαφρά καίω, ελαφρά φλογίζω
to burn something lightly
Transitive: to swinge sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
swinge
γ΄ ενικό πρόσωπο
swinges
ενεστώτα μετοχή
swingeing
απλός αόριστος
swinged
παθητική μετοχή
swinged
Παραδείγματα
He carefully used a small flame to swinge the edges of the paper and give it a rustic look.
Χρησιμοποίησε προσεκτικά μια μικρή φλόγα για να καψε ελαφρά τις άκρες του χαρτιού και να του δώσει μια ρουστίκ εμφάνιση.



























