to swinge
swinge
swɪnʤ
svinj
swinesinge

Ορισμός και σημασία του "swinge"στα αγγλικά

to swinge
01

ελαφρά καίω, ελαφρά φλογίζω

to burn something lightly 
Transitive: to swinge sth
to swinge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
swinge
γ΄ ενικό πρόσωπο
swinges
ενεστώτα μετοχή
swingeing
απλός αόριστος
swinged
παθητική μετοχή
swinged
Παραδείγματα
He carefully used a small flame to swinge the edges of the paper and give it a rustic look. 

Χρησιμοποίησε προσεκτικά μια μικρή φλόγα για να καψε ελαφρά τις άκρες του χαρτιού και να του δώσει μια ρουστίκ εμφάνιση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store