Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to swinge
01
ελαφρά καίω, ελαφρά φλογίζω
to burn something lightly
Transitive: to swinge sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
swinge
γ΄ ενικό πρόσωπο
swinges
ενεστώτα μετοχή
swingeing
απλός αόριστος
swinged
παθητική μετοχή
swinged
Παραδείγματα
The curious alchemist discovered a way to swinge herbs lightly, enhancing their aroma in potions.
Ο περίεργος αλχημιστής ανακάλυψε έναν τρόπο να καίει ελαφρά τα βότανα, ενισχύοντας τη μυρωδιά τους στις ποτάμες.



























