Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
meanwhile
01
εν τω μεταξύ, παράλληλα
at the same time but often somewhere else
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She started cooking dinner; meanwhile, her husband set the table.
Άρχισε να μαγειρεύει το βραδινό· εν τω μεταξύ, ο σύζυγός της έβαλε το τραπέζι.
02
εν τω μεταξύ, στο μεταξύ
during the period of time between two events or while waiting for something to happen
Παραδείγματα
The meeting will start soon. Meanwhile, I’ll finish reviewing these documents.
Η συνάντηση θα ξεκινήσει σύντομα. Εν τω μεταξύ, θα τελειώσω την επανεξέταση αυτών των εγγράφων.
03
εν τω μεταξύ, ταυτόχρονα
in a way that connects or contrasts two simultaneous actions, events, or conditions
Παραδείγματα
The company was struggling with budget cuts; meanwhile, its competitors were investing heavily in innovative projects.
Η εταιρεία αγωνιζόταν με περικοπές στον προϋπολογισμό· εν τω μεταξύ, οι ανταγωνιστές της επενδύουν έντονα σε καινοτόμα έργα.
Meanwhile
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
In the meanwhile, the workers finished preparing the documents.
Εν τω μεταξύ, οι εργάτες ολοκλήρωσαν την προετοιμασία των εγγράφων.
Λεξικό Δέντρο
meanwhile
mean
while



























