Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
measurable
01
μετρήσιμος, ποσοτικοποιήσιμος
capable of being assessed in terms of size, amount, or degree
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most measurable
συγκριτικός βαθμός
more measurable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The success of the program is measurable by the number of participants and their level of engagement.
Η επιτυχία του προγράμματος είναι μετρήσιμη από τον αριθμό των συμμετεχόντων και το επίπεδο συμμετοχής τους.
02
μετρήσιμος, σημαντικός
of distinguished importance
Λεξικό Δέντρο
immeasurable
measurability
measurably
measurable
measure



























