measured
mea
ˈmɛ
me
sured
ʒəd
zhēd
treasured

Ορισμός και σημασία του "measured"στα αγγλικά

01

μετρημένος, ρυθμικός

having notes of fixed rhythmic value 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most measured
συγκριτικός βαθμός
more measured
διαβαθμίσιμο
02

μετρημένος, υπολογισμένος

carefully thought out in advance 
03

μετρημένος, ρυθμικός

the rhythmic arrangement of syllables 
04

μετρημένος, αξιοπρεπής

unhurried and with care and dignity 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store