Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
measured
01
μετρημένος, ρυθμικός
(music) having notes with fixed rhythmic values
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most measured
συγκριτικός βαθμός
more measured
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
music, rhythm, performance
02
μετρημένος, υπολογισμένος
carefully thought out in advance
03
μετρημένος, ρυθμικός
(prosody) written or arranged according to a regular poetic meter
04
μετρημένος, αξιοπρεπής
unhurried and with care and dignity
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
measuredly
unmeasured
measured
measure



























