Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
meanwhile
01
εν τω μεταξύ, παράλληλα
at the same time but often somewhere else
Παραδείγματα
She was at the grocery store, and meanwhile, I was waiting at home for her call.
Ήταν στο μπακάλικο, και εν τω μεταξύ, περίμενα στο σπίτι για το τηλεφώνημα της.
02
εν τω μεταξύ, στο μεταξύ
during the period of time between two events or while waiting for something to happen
Παραδείγματα
The weather is expected to improve by evening. Meanwhile, we should continue with our indoor activities.
Προβλέπεται ο καιρός να βελτιωθεί μέχρι το βράδυ. Εν τω μεταξύ, θα πρέπει να συνεχίσουμε με τις δραστηριότητές μας σε εσωτερικούς χώρους.
03
εν τω μεταξύ, ταυτόχρονα
in a way that connects or contrasts two simultaneous actions, events, or conditions
Παραδείγματα
One team was emphasizing speed in product development; meanwhile, another team prioritized thorough testing for quality assurance.
Μία ομάδα τόνιζε την ταχύτητα στην ανάπτυξη προϊόντων· εν τω μεταξύ, μια άλλη ομάδα προτεραιτοποιούσε τη διεξοδική δοκιμή για την εγγύηση ποιότητας.
Meanwhile
Παραδείγματα
We ’ll continue working on the project. In the meanwhile, please make sure the resources are available.
Θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε στο έργο. Εν τω μεταξύ, βεβαιωθείτε ότι οι πόροι είναι διαθέσιμοι.
Λεξικό Δέντρο
meanwhile
mean
while



























