Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
together
01
μαζί, με
in the company of or in proximity to another person or people
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
We walked together through the quiet streets.
Περπατήσαμε μαζί στους ήσυχους δρόμους.
1.1
μαζί, κοινά
in a way that two or multiple things are combined or in contact with each other
Παραδείγματα
He pressed the pages together and stapled them.
Πίεσε τις σελίδες μαζί και τις σύναψε.
02
μαζί, ομόφωνα
in a state of agreement or unity of purpose
Παραδείγματα
The board members worked together to reach a unanimous decision.
Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου εργάστηκαν μαζί για να καταλήξουν σε μια ομόφωνη απόφαση.
Παραδείγματα
Together, the facts create a compelling argument.
Μαζί, τα γεγονότα δημιουργούν ένα πειστικό επιχείρημα.
2.2
μαζί, σε τάξη
into a coherent, functional, or complete form
Παραδείγματα
She's trying to get her life together.
Προσπαθεί να βάλει τη ζωή της σε τάξη.
03
μαζί, κοινά
into association or companionship
Παραδείγματα
The crisis brought the neighbors together.
Η κρίση έφερε τους γείτονες μαζί.
3.1
μαζί, σε σχέση
in a romantic or sexual relationship
Παραδείγματα
They have been together for five years now.
Είναι μαζί για πέντε χρόνια τώρα.
04
μαζί, ταυτόχρονα
at the same time or simultaneously
Παραδείγματα
They spoke together in unison during the performance.
Μίλησαν μαζί σε unison κατά τη διάρκεια της παράστασης.
επίσημο
Παραδείγματα
He read for three hours together.
Διάβασε για τρεις ώρες συνεχόμενα.
together
01
ισορροπημένος, συγκεντρωμένος
mentally and emotionally stable and organized, especially under pressure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most together
συγκριτικός βαθμός
more together
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She always seems so together, even in stressful situations.
Φαίνεται πάντα τόσο συγκεντρωμένη, ακόμα και σε στρεσογόνες καταστάσεις.



























