means
Pronunciation
/ˈminz/

Ορισμός και σημασία του "means"στα αγγλικά

01

μέσο, εργαλείο

a way, system, object, etc. through which one can achieve a goal or accomplish a task
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
means
Παραδείγματα
Art can be a means of expressing complex emotions and ideas.
Η τέχνη μπορεί να είναι ένα μέσο έκφρασης πολύπλοκων συναισθημάτων και ιδεών.
02

μέσο, μέθοδος

an instrument or method used to achieve a specific end or goal
Παραδείγματα
Exercise and a balanced diet are means to maintain physical health and well-being.
Η άσκηση και μια ισορροπημένη διατροφή είναι μέσα για τη διατήρηση της σωματικής υγείας και της ευεξίας.
03

μέσα, πόροι

resources available for use
Παραδείγματα
They acquired the house through modest means over many years.
Απέκτησαν το σπίτι μέσω μετρίων μέσων σε πολλά χρόνια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store