meaningful
mea
ˈmi:
mi
ning
nɪng
ning
ful
fʊl
fool

Ορισμός και σημασία του "meaningful"στα αγγλικά

meaningful
01

σημαντικός, γεμάτος νόημα

having a significant purpose or importance 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most meaningful
συγκριτικός βαθμός
more meaningful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She gave her grandmother a meaningful gift that brought tears to her eyes. 

Έδωσε στη γιαγιά της ένα σημαντικό δώρο που της έφερε δάκρυα στα μάτια.

Λεξικό Δέντρο

meaningfully
meaningfulness
nonmeaningful
meaningful
meaning
mean
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store