Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
meaningful
01
σημαντικός, γεμάτος νόημα
having a significant purpose or importance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most meaningful
συγκριτικός βαθμός
more meaningful
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
significance, communication, purpose
Παραδείγματα
She gave her grandmother a meaningful gift that brought tears to her eyes.
Έδωσε στη γιαγιά της ένα σημαντικό δώρο που της έφερε δάκρυα στα μάτια.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
meaningfully
meaningfulness
nonmeaningful
meaningful
meaning
mean



























