Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
meaningful
01
σημαντικός, γεμάτος νόημα
having a significant purpose or importance
Παραδείγματα
The workshop provided participants with meaningful insights into effective communication.
Το εργαστήριο παρείχε στους συμμετέχοντες σημαντικές γνώσεις για την αποτελεσματική επικοινωνία.
Λεξικό Δέντρο
meaningfully
meaningfulness
nonmeaningful
meaningful
meaning
mean



























