Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Means
01
μέσο, εργαλείο
a way, system, object, etc. through which one can achieve a goal or accomplish a task
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
means
Παραδείγματα
Education is a powerful means to improve one's future prospects.
Η εκπαίδευση είναι ένα ισχυρό μέσο για τη βελτίωση των μελλοντικών προοπτικών κάποιου.
Παραδείγματα
Education is often seen as a means to improve one's socioeconomic status.
Η εκπαίδευση θεωρείται συχνά ως ένα μέσο για τη βελτίωση της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης κάποιου.
03
μέσα, πόροι
resources available for use
Παραδείγματα
She has the means to travel the world comfortably.
Έχει τα μέσα να ταξιδέψει άνετα σε όλο τον κόσμο.



























