Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
particulier
01
ιδιωτικός, προσωπικός
qui concerne une seule personne, pas général ou public
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus particulier
συγκριτικός βαθμός
plus particulier
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
particulier
αρσενικό πληθυντικό
particuliers
θηλυκό ενικό
particulière
θηλυκό πληθυντικό
particulières
Παραδείγματα
Il a une raison particulière de partir tôt.
Έχει έναν ιδιαίτερο λόγο να φύγει νωρίς.
02
ατομικός, ιδιαίτερος
qui concerne une seule personne ou un seul cas, et non un groupe
Παραδείγματα
Chaque élève reçoit une attention particulière.
Κάθε μαθητής λαμβάνει ιδιαίτερη προσοχή.
03
συγκεκριμένος, ιδιαίτερος
qui concerne un cas précis, qui n'est pas général
Παραδείγματα
Cette règle s'applique à un cas particulier.
Αυτός ο κανόνας ισχύει για μια συγκεκριμένη περίπτωση.
04
συγκεκριμένος, ιδιαίτερος
qui est propre à quelqu'un ou à quelque chose, qui lui appartient ou le concerne spécialement
Παραδείγματα
Ce style est particulier à cette région.
Αυτό το στυλ είναι χαρακτηριστικό αυτής της περιοχής.
Le particulier
01
ιδιώτης, άτομο
personne considérée individuellement, en dehors d'un cadre officiel ou professionnel
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
particuliers
Παραδείγματα
Un particulier a acheté cette maison, pas une entreprise.
Ένας ιδιώτης αγόρασε αυτό το σπίτι, όχι μια εταιρεία.



























