Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
partir
01
φεύγω, αναχωρώ
quitter un lieu pour aller ailleurs
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
pars
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
partons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
partirai
ενεστώτα μετοχή
partant
παθητική μετοχή
parti
α΄ πληθυντικό παρατατικού
partions
Παραδείγματα
Les élèves partent de l' école à quinze heures.
Οι μαθητές φεύγουν από το σχολείο στις δεκαπέντε.
02
αποκολλώμαι, αποχωρίζομαι
se détacher ou se séparer de quelque chose
Παραδείγματα
La branche est partie de l' arbre à cause du vent.
Το κλαδί αποκόπηκε από το δέντρο λόγω του ανέμου.



























