partir
Pronunciation
/paʀtiʀ/

Ορισμός και σημασία του "partir"στα γαλλικά

partir
01

φεύγω, αναχωρώ

quitter un lieu pour aller ailleurs
partir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
pars
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
partons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
partirai
ενεστώτα μετοχή
partant
παθητική μετοχή
parti
α΄ πληθυντικό παρατατικού
partions
Παραδείγματα
Les élèves partent de l' école à quinze heures.
Οι μαθητές φεύγουν από το σχολείο στις δεκαπέντε.
02

αποκολλώμαι, αποχωρίζομαι

se détacher ou se séparer de quelque chose
partir definition and meaning
Παραδείγματα
La branche est partie de l' arbre à cause du vent.
Το κλαδί αποκόπηκε από το δέντρο λόγω του ανέμου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store