partir
partir
paʁtsiʁ
partsir

Ορισμός και σημασία του "partir"στα γαλλικά

partir
01

φεύγω, αναχωρώ

quitter un lieu pour aller ailleurs 
partir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
pars
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
partons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
partirai
ενεστώτα μετοχή
partant
παθητική μετοχή
parti
α΄ πληθυντικό παρατατικού
partions
Παραδείγματα
Je pars de la maison à huit heures. 

Φεύγω από το σπίτι στις οκτώ.

02

αποκολλώμαι, αποχωρίζομαι

se détacher ou se séparer de quelque chose 
partir definition and meaning
Παραδείγματα
Le papier est parti du mur après l'humidité. 

Το χαρτί αποκολλήθηκε από τον τοίχο μετά την υγρασία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store