Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ficher
01
κάνω, πραγματοποιώ
faire une action , faire quelque chose
Παραδείγματα
Qu'est-ce que tu fiches ici ?
Τι κάνεις εδώ;
02
πετώ, ρίχνω
lancer ou jeter quelque chose avec force
Παραδείγματα
Il a fiché son sac par terre.
Πέταξε την τσάντα του στο πάτωμα.
03
καταγράφω, εγγράφω
mettre une information sur une fiche ou un registre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
fiche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
fichons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
ficherai
ενεστώτα μετοχή
fichant
παθητική μετοχή
fichu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
fichions
Παραδείγματα
Le secrétaire a fiché tous les participants dans la base.
Ο γραμματέας κατέγραψε όλους τους συμμετέχοντες στη βάση δεδομένων.
04
σφυρηλατώ, μπήγω
pousser ou enfoncer quelque chose dans une autre chose
Παραδείγματα
Il a fiché un clou dans le mur.
Έσφυψε ένα καρφί στον τοίχο.
05
δεν με νοιάζει, δεν δίνω σημασία
ne pas se soucier, considérer que ce n'est pas important
Παραδείγματα
Je me fiche de ce qu'il pense.
Δεν με νοιάζει τι σκέφτεται.



























