Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fiancer
01
αρραβωνιάζομαι, υπόσχομαι
promettre officiellement de se marier avec quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
fiance
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
fiançons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
fiancerai
ενεστώτα μετοχή
fiançant
παθητική μετοχή
fiancé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
fiancions
Παραδείγματα
Ses parents étaient très heureux quand ils se sont fiancés.
Οι γονείς της ήταν πολύ χαρούμενοι όταν αρραβωνιάστηκαν.



























