fiancer
Pronunciation
/fjɑ̃se/

Ορισμός και σημασία του "fiancer"στα γαλλικά

fiancer
01

αρραβωνιάζομαι, υπόσχομαι

promettre officiellement de se marier avec quelqu'un
fiancer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
fiance
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
fiançons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
fiancerai
ενεστώτα μετοχή
fiançant
παθητική μετοχή
fiancé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
fiancions
Παραδείγματα
Ses parents étaient très heureux quand ils se sont fiancés.
Οι γονείς της ήταν πολύ χαρούμενοι όταν αρραβωνιάστηκαν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store