Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
allonger
01
ξαπλώνω, ξεκουράζομαι
se mettre dans une position horizontale pour se reposer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
allonge
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
allongeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
allongerai
ενεστώτα μετοχή
allongeant
παθητική μετοχή
allongé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
allongions
Παραδείγματα
Je vais m'allonger un peu après cette longue journée.
Θα ξαπλώσω λίγο μετά από αυτή τη μακρά μέρα.
02
επιταχύνω, επισπεύδω
augmenter la vitesse ou accélérer une action
Παραδείγματα
Il faut allonger le pas si nous voulons arriver à l'heure.
Πρέπει να επιταχύνουμε το βήμα αν θέλουμε να φτάσουμε εγκαίρως.
03
τεντώνω, απλώνω
étendre son corps ou ses membres en longueur
Παραδείγματα
Le chat s'allonge au soleil pour dormir.
Η γάτα απλώνεται στον ήλιο για να κοιμηθεί.
04
αραιώνω, αραιώνω
rendre moins épais en ajoutant un liquide
Παραδείγματα
Il faut allonger la sauce avec un peu de bouillon.
Πρέπει να αραιώσετε τη σάλτσα με λίγο ζωμό.
05
επιμηκύνω, παρατείνω
devenir plus long dans le temps
Παραδείγματα
Les jours s'allongent au printemps.
Οι μέρες μεγαλώνουν την άνοιξη.



























