Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'allée
01
διάδρομος, προσπέρασμα
corridor ou passage pour marcher entre deux lignes de choses
Παραδείγματα
L'allée centrale de la salle était décorée de fleurs.
Η κεντρική διάδρομος της αίθουσας ήταν διακοσμημένη με λουλούδια.
02
μονοπάτι εισόδου, δρόμος προσέγγισης
petit chemin ou passage qui mène à l'entrée d'un lieu
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
allées
Παραδείγματα
L'allée de la maison est éclairée par des lampes solaires.
Η είσοδος του σπιτιού φωτίζεται με ηλιακούς λαμπτήρες.
03
πήγαινε, ταξίδι με κατεύθυνση αναχώρησης
fait d'aller quelque part, trajet dans le sens du départ (sans retour)
Παραδείγματα
L'allée a été rapide, mais le retour a pris plus de temps.
Το πήγαινε ήταν γρήγορο, αλλά το γύρισμα πήρε περισσότερο χρόνο.



























