Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wander
01
περιφέρομαι, περιπλανώμαι
to move in a relaxed or casual manner
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
wander
γ΄ ενικό πρόσωπο
wanders
ενεστώτα μετοχή
wandering
απλός αόριστος
wandered
παθητική μετοχή
wandered
Παραδείγματα
I wandered through the narrow streets, enjoying the sights and sounds of the city.
Περπατούσα ανάμεσα στα στενά δρομάκια, απολαμβάνοντας τις εικόνες και τους ήχους της πόλης.
1.1
περιφέρομαι, περιπλανώμαι
to travel around without a clear purpose or direction, often covering a large area
Transitive: to wander a place
Παραδείγματα
The dog wandered the woods.
Ο σκύλος περιφερόταν στο δάσος.
02
περιπλανιέμαι, απιστώ
to breach sexual fidelity by engaging in affairs outside a committed relationship
Intransitive
Παραδείγματα
Despite the commitment made during their wedding vows, he chose to wander.
Παρά την δέσμευση που έγινε κατά τους γαμήλιους όρκους, επέλεξε να περιφέρεται.
03
ξεφεύγω, αποσπώμαι από το θέμα
to lose focus or stray from the main point or subject
Intransitive
Παραδείγματα
During the lecture, the professor would occasionally wander in his explanations.
Κατά τη διάρκεια της διάλεξης, ο καθηγητής περιστασιακά αποσπούνταν στις εξηγήσεις του.
04
ελίσσομαι, περιφέρομαι
to move in a twisting, turning, or circular path
Intransitive
Παραδείγματα
The river wanders through the valley, creating a picturesque meandering flow.
Ο ποταμός περιπλανάται μέσα από την κοιλάδα, δημιουργώντας μια γραφική, ελικοειδή ροή.
05
περιπλανιέμαι, αποκλίνω
to deviate or go astray from a planned or intended course
Intransitive
Παραδείγματα
Without a map, it's easy to wander and get lost in the dense forest.
Χωρίς χάρτη, είναι εύκολο να περιπλανηθείς και να χαθείς στο πυκνό δάσος.



























