wandering
wan
ˈwɒn
von
de
ring
rɪng
ring
waveringwatering

Ορισμός και σημασία του "wandering"στα αγγλικά

01

περιπλάνηση, περιφορά

travelling about without any clear destination 
wandering definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wanderings
01

περιπλανώμενος, ταξιδεύων

of a path e.g. 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wandering
συγκριτικός βαθμός
more wandering
διαβαθμίσιμο
02

περιπλανώμενος, μεταναστευτικός

migratory 
03

περιπλανώμενος, ταξιδεύων

moving aimlessly or without a set direction 
Παραδείγματα
The wandering path through the forest seemed to stretch on forever. 

Το περιπλανώμενο μονοπάτι μέσα από το δάσος φαινόταν να εκτείνεται για πάντα.

Λεξικό Δέντρο

wandering
wander
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store