Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wandering
01
περιπλάνηση, περιφορά
travelling about without any clear destination
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wanderings
wandering
01
περιπλανώμενος, ταξιδεύων
of a path e.g.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wandering
συγκριτικός βαθμός
more wandering
διαβαθμίσιμο
02
περιπλανώμενος, μεταναστευτικός
migratory
Παραδείγματα
The wandering path through the forest seemed to stretch on forever.
Το περιπλανώμενο μονοπάτι μέσα από το δάσος φαινόταν να εκτείνεται για πάντα.



























