wandering
Pronunciation
/ˈwɑndɝɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "wandering"στα αγγλικά

01

περιπλάνηση, περιφορά

travelling about without any clear destination
wandering definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
01

περιπλανώμενος, ταξιδεύων

of a path e.g.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wandering
συγκριτικός βαθμός
more wandering
διαβαθμίσιμο
02

περιπλανώμενος, μεταναστευτικός

migratory
03

περιπλανώμενος, ταξιδεύων

moving aimlessly or without a set direction
Παραδείγματα
The wandering river carved new paths through the landscape every year.
Ο περιπλανώμενος ποταμός έκοβε νέα μονοπάτια μέσα στο τοπίο κάθε χρόνο.

Λεξικό Δέντρο

wandering
wander
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store