Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to loiter
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
loiter
γ΄ ενικό πρόσωπο
loiters
ενεστώτα μετοχή
loitering
απλός αόριστος
loitered
παθητική μετοχή
loitered
Παραδείγματα
As the sun began to set, they loitered through the gardens, savoring the last moments of daylight.
Καθώς ο ήλιος άρχιζε να δύει, περιφέρονταν στους κήπους, απολαμβάνοντας τις τελευταίες στιγμές του φωτός της ημέρας.
02
περιφέρομαι, στέκομαι άσκοπα
to stand around in a public place without an apparent or clear purpose
Intransitive: to loiter somewhere
Παραδείγματα
The police officer approached the individuals who seemed to loiter near the subway station.
Ο αστυνομικός πλησίασε τα άτομα που φαίνονταν να περιφέρονται κοντά στον σταθμό του μετρό.



























