to loiter
loi
ˈlɔɪ
loy
ter
literlooter

Ορισμός και σημασία του "loiter"στα αγγλικά

to loiter
01

περιφέρομαι, βαδίζω άνετα

to move without urgency, often in a casual or relaxed manner 
Intransitive: to loiter somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
loiter
γ΄ ενικό πρόσωπο
loiters
ενεστώτα μετοχή
loitering
απλός αόριστος
loitered
παθητική μετοχή
loitered
Παραδείγματα
He loitered through the crowded streets, taking his time to admire the buildings and shop displays. 

Τριγυρνούσε στους γεμάτους δρόμους, αφιερώνοντας χρόνο να θαυμάσει τα κτίρια και τις βιτρίνες των καταστημάτων.

02

περιφέρομαι, στέκομαι άσκοπα

to stand around in a public place without an apparent or clear purpose 
Intransitive: to loiter somewhere
Παραδείγματα
A group of teenagers tended to loiter near the entrance of the mall with no intention of shopping. 

Μια ομάδα εφήβων είχε την τάση να περιφέρονται κοντά στην είσοδο του εμπορικού κέντρου χωρίς πρόθεση να αγοράσουν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store