Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to loiter
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
loiter
γ΄ ενικό πρόσωπο
loiters
ενεστώτα μετοχή
loitering
απλός αόριστος
loitered
παθητική μετοχή
loitered
Παραδείγματα
He loitered through the crowded streets, taking his time to admire the buildings and shop displays.
Τριγυρνούσε στους γεμάτους δρόμους, αφιερώνοντας χρόνο να θαυμάσει τα κτίρια και τις βιτρίνες των καταστημάτων.
02
περιφέρομαι, στέκομαι άσκοπα
to stand around in a public place without an apparent or clear purpose
Intransitive: to loiter somewhere
Παραδείγματα
A group of teenagers tended to loiter near the entrance of the mall with no intention of shopping.
Μια ομάδα εφήβων είχε την τάση να περιφέρονται κοντά στην είσοδο του εμπορικού κέντρου χωρίς πρόθεση να αγοράσουν.



























