offhand
Pronunciation
/ˈɔfˈhænd/

Ορισμός και σημασία του "offhand"στα αγγλικά

01

απερίσκεπτα, με αδιαφορία

In a dismissive or indifferent manner
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He mentioned the error offhand, without acknowledging the impact it had on the project.
Ανέφερε το λάθος απερίσκεπτα, χωρίς να αναγνωρίσει την επίδραση που είχε στο έργο.
02

αυθόρμητα, χωρίς προετοιμασία

without any preparation or prior thought
Παραδείγματα
She answered the question offhand, not realizing the importance of her response.
Απάντησε στην ερώτηση χωρίς σκέψη, χωρίς να συνειδητοποιήσει τη σημασία της απάντησής της.
01

αδιάφορος, ασυλλόγιστος

casually thoughtless, inconsiderate, or lacking concern for others' feelings
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most offhand
συγκριτικός βαθμός
more offhand
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her offhand tone made the apology seem insincere.
Ο αδιάφορος τόνος της έκανε τη συγγνώμη να φαίνεται ανειλικρινής.
02

αυτοσχέδιος, αυθόρμητος

done or spoken with little or no preparation or forethought
Παραδείγματα
She handled the problem in an offhand, improvised way.
Χειρίστηκε το πρόβλημα με αυτοσχέδιο τρόπο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store