élever
élever
elve
elve
éleveur

Ορισμός και σημασία του "élever"στα γαλλικά

élever
01

χτίζω, οικοδομώ

construire ou bâtir quelque chose en hauteur 
élever definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
élève
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
élevons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
élèverai
ενεστώτα μετοχή
élevant
παθητική μετοχή
élevé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
élevions
Παραδείγματα
Ils élèvent un immeuble moderne dans le centre-ville. 

Χτίζουν ένα μοντέρνο κτίριο στο κέντρο της πόλης.

02

ανεβάζω, αυξάνω

augmenter ou hausser quelque chose 
élever definition and meaning
Παραδείγματα
Il a élevé la voix pour se faire entendre. 

Ύψωσε τη φωνή του για να ακουστεί.

03

ανατρέφω, μεγαλώνω

s'occuper d'un enfant pour qu'il grandisse 
élever definition and meaning
Παραδείγματα
Ils élèvent leurs enfants avec beaucoup d'amour. 

Μεγαλώνουν τα παιδιά τους με πολλή αγάπη.

04

ανατρέφω, φροντίζω

s'occuper d'animaux pour les faire grandir 
élever definition and meaning
Παραδείγματα
Ils élèvent des chevaux dans cette ferme. 

Καλλιεργούν άλογα σε αυτό το αγρόκτημα.

05

ανεβαίνω, αυξάνομαι

monter en hauteur ou en quantité 
élever definition and meaning
Παραδείγματα
Le prix du pétrole s'est élevé rapidement. 

Η τιμή του πετρελαίου ανέβηκε γρήγορα.

06

ανέρχομαι, υψώνομαι

atteindre un rang , un niveau ou une position plus haut(e) 
élever definition and meaning
Παραδείγματα
Il s'est élevé au rang de directeur. 

Ανέβηκε στο βαθμό του διευθυντή.

07

σηκώνω τη φωνή μου, διαμαρτύρομαι

exprimer fermement son opposition à quelque chose 
élever definition and meaning
Παραδείγματα
Plusieurs citoyens se sont élevés contre la nouvelle loi. 

Πολλοί πολίτες ανέδειξαν την αντίθεσή τους στον νέο νόμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store