tendre
Pronunciation
/tɑ̃dʀ/

Ορισμός και σημασία του "tendre"στα γαλλικά

01

τρυφερός, στοργικός

qui montre de l'affection, de la douceur et de la gentillesse
tendre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus tendre
συγκριτικός βαθμός
plus tendre
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
tendre
αρσενικό πληθυντικό
tendres
θηλυκό ενικό
tendre
θηλυκό πληθυντικό
tendres
Παραδείγματα
Ils ont une relation tendre et respectueuse.
Έχουν μια τρυφερή και σεβαστική σχέση.
02

μαλακός, τρυφερός

qui est doux, souple ou facile à couper ou casser
tendre definition and meaning
Παραδείγματα
Elle a une peau tendre et délicate.
Έχει ένα τρελό και ευαίσθητο δέρμα.
03

απαλός, φωτεινός

qui a une couleur douce, claire ou délicate
tendre definition and meaning
Παραδείγματα
La peinture a un ton tendre et apaisant.
Ο πίνακας έχει έναν απαλό και καταπραϋντικό τόνο.
tendre
01

σφίγγω, τεντώνω

tirer quelque chose pour le mettre sous tension ou le fixer
tendre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
tends
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
tendons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
tendrai
ενεστώτα μετοχή
tendant
παθητική μετοχή
tendu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
tendions
Παραδείγματα
Ils tendent le câble avant de commencer le jeu.
Τεντώνουν το καλώδιο πριν ξεκινήσουν το παιχνίδι.
02

τείνω, απλώνω

avancer ou étendre quelque chose vers quelqu'un/quelque chose
tendre definition and meaning
Παραδείγματα
L' enfant tend son jouet vers sa mère.
Το παιδί προσφέρει το παιχνίδι του προς τη μητέρα του.
03

τεντώνω, απλώνω

étirer ou déployer quelque chose pour le fixer ou le maintenir
Παραδείγματα
Les campeurs tendent leur abri avant la pluie.
Οι κάμπερ στηλώνουν το καταφύγιό τους πριν από τη βροχή.
04

τεντώνω, τραβώ

fixer ou étirer quelque chose sur une surface pour le mettre en place
Παραδείγματα
Il tend le tissu pour le couper correctement.
Τεντώνει το ύφασμα για να το κόψει σωστά.
05

στοχεύω σε, τείνω προς

viser quelque chose, avoir une intention ou un objectif
Παραδείγματα
Le projet tend à réduire les coûts.
Το έργο στοχεύει στη μείωση του κόστους.
06

τεντώνομαι, γίνομαι τεταμένος

devenir plus tendu ou difficile, souvent pour des relations ou situations
Παραδείγματα
La discussion se tend quand ils parlent d' argent.
Η συζήτηση γίνεται τεταμένη όταν μιλούν για χρήματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store